Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυνόδευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο χωρίς συνοδό ή συνοδεία Βικιλεξικό
    • τα βρέφη ποτέ δεν πρέπει να μένουν ασυνόδευτα μέσα στο σπίτι

Ετυμολογία

ασυνόδευτος < ελληνιστική κοινή ἀσυνόδευτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνόδευτοςασυνόδευτηασυνόδευτο
Γενικήασυνόδευτουασυνόδευτηςασυνόδευτου
Αιτιατικήασυνόδευτοασυνόδευτηασυνόδευτο
Κλητικήασυνόδευτεασυνόδευτηασυνόδευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνόδευτοιασυνόδευτεςασυνόδευτα
Γενικήασυνόδευτωνασυνόδευτωνασυνόδευτων
Αιτιατικήασυνόδευτουςασυνόδευτεςασυνόδευτα
Κλητικήασυνόδευτοιασυνόδευτεςασυνόδευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →