συνοδεύω
•
- περπατώ, ταξιδεύω ή βρίσκομαι μαζί με κάποιον άλλο, τον ακολουθώ Βικιλεξικό
- δίνω κάτι μαζί με κάτι άλλο ή τα κάνω μαζί Βικιλεξικό
- τραγουδώ ή παίζω μουσική μαζί με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνοδεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνοδεύω (ταξιδεύω ομαδικά) < αρχαία ελληνική σύνοδος < συν- + ὁδός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική accompagner)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνοδεύω | συνοδεύεις | συνοδεύει | συνοδεύουμε | συνοδεύετε | συνοδεύουν / συνοδεύουνε |
| Παρατατικός | συνόδευα | συνόδευες | συνόδευε | συνοδεύαμε | συνοδεύατε | συνοδεύαν / συνοδεύανε / συνόδευαν |
| Αόριστος | συνόδευσα | συνόδευσες | συνόδευσε | συνοδεύσαμε | συνοδεύσατε | συνοδεύσαν / συνοδεύσανε / συνόδευσαν |
| Μέλλοντας | θα συνοδεύσω / θα συνοδεύω | θα συνοδεύεις / θα συνοδεύσεις | θα συνοδεύει / θα συνοδεύσει | θα συνοδεύουμε / θα συνοδεύσουμε | θα συνοδεύετε / θα συνοδεύσετε | θα συνοδεύουν / θα συνοδεύουνε / θα συνοδεύσουν / θα συνοδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνοδεύσει | έχεις συνοδεύσει | έχει συνοδεύσει | έχουμε συνοδεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνοδεύσει | είχες συνοδεύσει | είχε συνοδεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνοδεύσει / να συνοδεύσω / να συνοδεύω | να έχεις συνοδεύσει / να συνοδεύεις / να συνοδεύσεις | να έχει συνοδεύσει / να συνοδεύει / να συνοδεύσει | να έχουμε συνοδεύσει / να συνοδεύουμε / να συνοδεύσουμε | να συνοδεύετε / να συνοδεύσετε | να συνοδεύουν / να συνοδεύουνε / να συνοδεύσουν / να συνοδεύσουνε |
| Προστακτική | — | συνόδευε / συνόδευσε | — | — | συνοδεύετε / συνοδεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συνοδεύτηκασυνοδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →