ασφαλιστής
•
- επάγγελματο πρόσωπο (ιδιώτης επαγγελματίας, υπάλληλος ή ιδιοκτήτης εταιρείας) που διαχειρίζεται ασφαλιστικά προϊόντα (που ασφαλίζει) και, ιδιαίτερα, ο ασφαλιστικός πράκτορας ή ο ιδιοκτήτης ασφαλιστικής εταιρείας Βικιλεξικό
- έκανα παζάρια με τον ασφαλιστή και κέρδισα μια χαμηλή τιμή για την ασφάλεια του αυτοκινήτου μου
Ετυμολογία
ασφαλιστής(μαρτυρείται από το 1817) < ασφαλίζω, ασφαλισ- + -τής, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική insurer
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασφαλιστής | ασφαλιστές |
| Γενική | ασφαλιστή | ασφαλιστών |
| Αιτιατική | ασφαλιστή | ασφαλιστές |
| Κλητική | ασφαλιστή | ασφαλιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →