ασφαλίζω
•
- θέτω σε λειτουργία κάποιο μηχανισμό ασφάλειας Βικιλεξικό
- συνάπτω συμβόλαιο ως συμβαλλόμενος ή ως ασφαλιστής· σε περίπτωση που συμβεί ένα ατύχημα, το οποίο προβλέπεται στο συμβόλαιο, ο συμβαλλόμενος ή ο δικαιούχος παίρνει κάποια αποζημίωση Βικιλεξικό
- έχει ασφαλίσει το σπίτι του για φωτιά
Ετυμολογία
ασφαλίζω < ελληνιστική κοινή ἀσφαλίζω < αρχαία ελληνική ἀσφαλής < ἀ- + σφάλλω (2. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική insure)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασφαλίζω | ασφαλίζεις | ασφαλίζει | ασφαλίζουμε | ασφαλίζετε | ασφαλίζουν / ασφαλίζουνε |
| Παρατατικός | ασφάλιζα | ασφάλιζες | ασφάλιζε | ασφαλίζαμε | ασφαλίζατε | ασφάλιζαν / ασφαλίζαν / ασφαλίζανε |
| Αόριστος | ασφάλισα | ασφάλισες | ασφάλισε | ασφαλίσαμε | ασφαλίσατε | ασφάλισαν / ασφαλίσαν / ασφαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ασφαλίζω / θα ασφαλίσω | θα ασφαλίζεις / θα ασφαλίσεις | θα ασφαλίζει / θα ασφαλίσει | θα ασφαλίζουμε / θα ασφαλίσουμε | θα ασφαλίζετε / θα ασφαλίσετε | θα ασφαλίζουν / θα ασφαλίζουνε / θα ασφαλίσουν / θα ασφαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ασφαλίσει | έχεις ασφαλίσει | έχει ασφαλίσει | έχουμε ασφαλίσει | έχετε ασφαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασφαλίσει | είχες ασφαλίσει | είχε ασφαλίσει | είχαμε ασφαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασφαλίσει / να ασφαλίζω / να ασφαλίσω | να έχεις ασφαλίσει / να ασφαλίζεις / να ασφαλίσεις | να έχει ασφαλίσει / να ασφαλίζει / να ασφαλίσει | να έχουμε ασφαλίσει / να ασφαλίζουμε / να ασφαλίσουμε | να έχετε ασφαλίσει / να ασφαλίζετε / να ασφαλίσετε | να ασφαλίζουν / να ασφαλίζουνε / να ασφαλίσουν / να ασφαλίσουνε |
| Προστακτική | — | ασφάλιζε / ασφάλισε | — | — | ασφαλίζετε / ασφαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →