ασφαλτοστρώνω
•
- καλύπτω και επιστρώνω το οδόστρωμα (ή άλλη επιφάνεια) με άσφαλτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασφαλτοστρώνω < άσφαλτος + στρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασφαλτοστρώνω | ασφαλτοστρώνεις | ασφαλτοστρώνει | ασφαλτοστρώνουμε | ασφαλτοστρώνετε | ασφαλτοστρώνουν / ασφαλτοστρώνουνε |
| Παρατατικός | ασφαλτόστρωνα | ασφαλτόστρωνες | ασφαλτόστρωνε | ασφαλτοστρώναμε | ασφαλτοστρώνατε | ασφαλτοστρώναν / ασφαλτοστρώνανε / ασφαλτόστρωναν |
| Αόριστος | ασφαλτόστρωσα | ασφαλτόστρωσες | ασφαλτόστρωσε | ασφαλτοστρώσαμε | ασφαλτοστρώσατε | ασφαλτοστρώσαν / ασφαλτοστρώσανε / ασφαλτόστρωσαν |
| Μέλλοντας | θα ασφαλτοστρώνω / θα ασφαλτοστρώσω | θα ασφαλτοστρώνεις / θα ασφαλτοστρώσεις | θα ασφαλτοστρώνει / θα ασφαλτοστρώσει | θα ασφαλτοστρώνουμε / θα ασφαλτοστρώσουμε | θα ασφαλτοστρώνετε / θα ασφαλτοστρώσετε | θα ασφαλτοστρώνουν / θα ασφαλτοστρώνουνε / θα ασφαλτοστρώσουν / θα ασφαλτοστρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ασφαλτοστρώσει | έχεις ασφαλτοστρώσει | έχει ασφαλτοστρώσει | έχουμε ασφαλτοστρώσει | έχετε ασφαλτοστρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασφαλτοστρώσει | είχες ασφαλτοστρώσει | είχε ασφαλτοστρώσει | είχαμε ασφαλτοστρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασφαλτοστρώσει / να ασφαλτοστρώνω / να ασφαλτοστρώσω | να έχεις ασφαλτοστρώσει / να ασφαλτοστρώνεις / να ασφαλτοστρώσεις | να έχει ασφαλτοστρώσει / να ασφαλτοστρώνει / να ασφαλτοστρώσει | να έχουμε ασφαλτοστρώσει / να ασφαλτοστρώνουμε / να ασφαλτοστρώσουμε | να έχετε ασφαλτοστρώσει / να ασφαλτοστρώνετε / να ασφαλτοστρώσετε | να ασφαλτοστρώνουν / να ασφαλτοστρώνουνε / να ασφαλτοστρώσουν / να ασφαλτοστρώσουνε |
| Προστακτική | — | ασφαλτόστρωνε / ασφαλτόστρωσε | — | — | ασφαλτοστρώνετε / ασφαλτοστρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →