Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασχολίαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για κείμενοπου δεν έχει σχόλια Βικιλεξικό
  2. για πρόσωπαπου δε σχολιάστηκε Βικιλεξικό
    • η στάση του δεν ήταν δυνατό να παραμείνει ασχολίαστη

Ετυμολογία

ασχολίαστος < α- + σχολιάζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασχολίαστοςασχολίαστηασχολίαστο
Γενικήασχολίαστουασχολίαστηςασχολίαστου
Αιτιατικήασχολίαστοασχολίαστηασχολίαστο
Κλητικήασχολίαστεασχολίαστηασχολίαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασχολίαστοιασχολίαστεςασχολίαστα
Γενικήασχολίαστωνασχολίαστωνασχολίαστων
Αιτιατικήασχολίαστουςασχολίαστεςασχολίαστα
Κλητικήασχολίαστοιασχολίαστεςασχολίαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →