σχολιάζω
•
- διατυπώνω την άποψή μου για ένα γεγονός, πρόσωπο, κατάσταση κ.λπ. με θετικές ή αρνητικές κρίσεις Βικιλεξικό
- ο καθηγητής σχολιάζει τις εργασίες των μαθητών
- ειδικότερακριτικάρω κάτι αρνητικά Βικιλεξικό
- σε σχολιάζουν στη γειτονιά για το προκλητικό σου ντύσιμο
- φιλοσοφίαερμηνεύω με σχόλια το έργο ενός συγγραφέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχολιάζω < ελληνιστική κοινή σχολιάζω < σχόλιον < αρχαία ελληνική σχολή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵhe- / *sǵhē- (έχω, κατέχω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σχολιάζω | σχολιάζεις | σχολιάζει | σχολιάζουμε | σχολιάζετε | σχολιάζουν / σχολιάζουνε |
| Παρατατικός | σχολίαζα | σχολίαζες | σχολίαζε | σχολιάζαμε | σχολιάζατε | σχολίαζαν / σχολιάζαν / σχολιάζανε |
| Αόριστος | σχολίασα | σχολίασες | σχολίασε | σχολιάσαμε | σχολιάσατε | σχολίασαν / σχολιάσαν / σχολιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σχολιάζω / θα σχολιάσω | θα σχολιάζεις / θα σχολιάσεις | θα σχολιάζει / θα σχολιάσει | θα σχολιάζουμε / θα σχολιάσουμε | θα σχολιάζετε / θα σχολιάσετε | θα σχολιάζουν / θα σχολιάζουνε / θα σχολιάσουν / θα σχολιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σχολιάσει | έχεις σχολιάσει | έχει σχολιάσει | έχουμε σχολιάσει | έχετε σχολιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σχολιάσει | είχες σχολιάσει | είχε σχολιάσει | είχαμε σχολιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σχολιάσει / να σχολιάζω / να σχολιάσω | να έχεις σχολιάσει / να σχολιάζεις / να σχολιάσεις | να έχει σχολιάσει / να σχολιάζει / να σχολιάσει | να έχουμε σχολιάσει / να σχολιάζουμε / να σχολιάσουμε | να έχετε σχολιάσει / να σχολιάζετε / να σχολιάσετε | να σχολιάζουν / να σχολιάζουνε / να σχολιάσουν / να σχολιάσουνε |
| Προστακτική | — | σχολίαζε / σχολίασε | — | — | σχολιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σχολιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →