ασχολούμαι
•
- καταγίνομαι σε κάτι Βικιλεξικό
- επαγγέλλομαι Βικιλεξικό
- αυτήν την περίοδο, ασχολούμαι με επιχειρήσεις
Ετυμολογία
ασχολούμαι < αρχαία ελληνική ἀσχολοῦμαι, συνηρημένος τύπος του ἀσχολέομαι < ἀ- στερητικό + σχολή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασχολούμαι | ασχολείσαι | ασχολείται | ασχολούμαστε | ασχολείστε | ασχολούνται |
| Παρατατικός | ασχολούμουν | ασχολούσουν | ασχολούνταν | ασχολούμασταν / ασχολούμαστε | ασχολούσασταν / ασχολούσαστε | ασχολούνταν |
| Αόριστος | ασχολήθηκα | ασχολήθηκες | ασχολήθηκε | ασχοληθήκαμε | ασχοληθήκατε | ασχολήθηκαν / ασχοληθήκαν / ασχοληθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ασχοληθώ / θα ασχολούμαι | θα ασχολείσαι / θα ασχοληθείς | θα ασχολείται / θα ασχοληθεί | θα ασχοληθούμε / θα ασχολούμαστε | θα ασχολείστε / θα ασχοληθείτε | θα ασχοληθούν / θα ασχοληθούνε / θα ασχολούνται |
| Παρακείμενος | έχω ασχοληθεί | έχεις ασχοληθεί | έχει ασχοληθεί | έχουμε ασχοληθεί | έχετε ασχοληθεί | έχουν ασχοληθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασχοληθεί | είχες ασχοληθεί | είχε ασχοληθεί | είχαμε ασχοληθεί | είχατε ασχοληθεί | είχαν ασχοληθεί |
| Υποτακτική | να έχω ασχοληθεί / να ασχοληθώ / να ασχολούμαι | να έχεις ασχοληθεί / να ασχολείσαι / να ασχοληθείς | να έχει ασχοληθεί / να ασχολείται / να ασχοληθεί | να έχουμε ασχοληθεί / να ασχοληθούμε / να ασχολούμαστε | να έχετε ασχοληθεί / να ασχολείστε / να ασχοληθείτε | να έχουν ασχοληθεί / να ασχοληθούν / να ασχοληθούνε / να ασχολούνται |
| Προστακτική | — | ασχολήσου | — | — | ασχολείστε / ασχοληθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →