Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασχολούμαι

ρήμα
•
  1. καταγίνομαι σε κάτι Βικιλεξικό
  2. επαγγέλλομαι Βικιλεξικό
    • αυτήν την περίοδο, ασχολούμαι με επιχειρήσεις

Ετυμολογία

ασχολούμαι < αρχαία ελληνική ἀσχολοῦμαι, συνηρημένος τύπος του ἀσχολέομαι < ἀ- στερητικό + σχολή

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςασχολούμαιασχολείσαιασχολείταιασχολούμαστεασχολείστεασχολούνται
Παρατατικόςασχολούμουνασχολούσουνασχολούντανασχολούμασταν / ασχολούμαστεασχολούσασταν / ασχολούσαστεασχολούνταν
Αόριστοςασχολήθηκαασχολήθηκεςασχολήθηκεασχοληθήκαμεασχοληθήκατεασχολήθηκαν / ασχοληθήκαν / ασχοληθήκανε
Μέλλονταςθα ασχοληθώ / θα ασχολούμαιθα ασχολείσαι / θα ασχοληθείςθα ασχολείται / θα ασχοληθείθα ασχοληθούμε / θα ασχολούμαστεθα ασχολείστε / θα ασχοληθείτεθα ασχοληθούν / θα ασχοληθούνε / θα ασχολούνται
Παρακείμενοςέχω ασχοληθείέχεις ασχοληθείέχει ασχοληθείέχουμε ασχοληθείέχετε ασχοληθείέχουν ασχοληθεί
Υπερσυντέλικοςείχα ασχοληθείείχες ασχοληθείείχε ασχοληθείείχαμε ασχοληθείείχατε ασχοληθείείχαν ασχοληθεί
Υποτακτικήνα έχω ασχοληθεί / να ασχοληθώ / να ασχολούμαινα έχεις ασχοληθεί / να ασχολείσαι / να ασχοληθείςνα έχει ασχοληθεί / να ασχολείται / να ασχοληθείνα έχουμε ασχοληθεί / να ασχοληθούμε / να ασχολούμαστενα έχετε ασχοληθεί / να ασχολείστε / να ασχοληθείτενα έχουν ασχοληθεί / να ασχοληθούν / να ασχοληθούνε / να ασχολούνται
Προστακτική—ασχολήσου——ασχολείστε / ασχοληθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →