ατάκα
•
- μουσικήένδειξη να ξεκινήσει το επόμενο μουσικό κομμάτι αμέσως μετά το προηγούμενο, χωρίς παύση Βικιλεξικό
- θέατροη άμεση απάντηση σε στιχομυθία ή η μεμονωμένη φράση ρόλου Βικιλεξικό
- γενικότερασύντομη, χαρακτηριστική ή πνευματώδης φράση που αποτυπώνει ετοιμόλογα μια ιδέα ή στάση ζωής Βικιλεξικό
- η ατάκα που λέω σε κάποιον άπειρο για κάποιο θέμα είναι: «αν δεν ξέρεις, μη μιλάς…»
Ετυμολογία
ατάκα < ιταλική attacca < attaccare < staccare < distaccare < παλαιά γαλλική estachier < φραγκική *stakō < πρωτογερμανική *stakô < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)teg-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατάκα | ατάκες |
| Γενική | ατάκας | — |
| Αιτιατική | ατάκα | ατάκες |
| Κλητική | ατάκα | ατάκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →