ατακάρω
•
- σπάνιοείμαι ατακαδόρος, μιλώ λέγοντας ατάκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατακάρω < ιταλική attaccare < staccare < distaccare < παλαιά γαλλική estachier < φραγκική *stakō < πρωτογερμανική *stakô < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)teg-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →