Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αταίριαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε ταιριάζει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανάρμοστος Βικιλεξικό
    • Ύστερα, ο αταίριαστος γάμος του εξηντάρη λογοτέχνη με μια κοπελίτσα εικοσιέξι χρόνων, με ενόχλησε. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)
  3. μεταφορικάάφταστος, ασύγκριτος Βικιλεξικό
  4. σπάνιοχωρίς ταίρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αταίριαστος < μεσαιωνική ελληνική αταίριαστος α- + ταιριάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαταίριαστοςαταίριαστηαταίριαστο
Γενικήαταίριαστουαταίριαστηςαταίριαστου
Αιτιατικήαταίριαστοαταίριαστηαταίριαστο
Κλητικήαταίριαστεαταίριαστηαταίριαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαταίριαστοιαταίριαστεςαταίριαστα
Γενικήαταίριαστωναταίριαστωναταίριαστων
Αιτιατικήαταίριαστουςαταίριαστεςαταίριαστα
Κλητικήαταίριαστοιαταίριαστεςαταίριαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →