Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταιριάζω

/teɾˈʝa.zo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόσυνδέω δύο πράγματα σε ζευγάρι Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόπροσπαθώ να δημιουργήσω ένα αρμονικό συνδυασμό Βικιλεξικό
  3. αμετάβατοείμαι σε συμφωνία ή σε αρμονία με κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
    • Και τόσο ταίριαζαν ο ένας δίπλα στον άλλον που κανένας δε γυρνούσε να τους κοιτάξει παράξενα. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι, 1966 [διηγήματα])
  4. αμετάβατοέχω το σχήμα που αντιστοιχεί σε κάτι Βικιλεξικό
  5. αμετάβατοζω αρμονικά με κάποιον Βικιλεξικό
  6. απρόσωποταιριάζει: αρμόζει, πρέπει Βικιλεξικό
    • Δεν ταιριάζει τέτοια συμπεριφορά σε μαθητή

Ετυμολογία

ταιριάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ταιριάζω < ταῖριν < *ἑταίρ-ιον, υποκοριστικό του αρχαίου ἑταῖρος

Άλλοι τύποι

ταίραξαταίριασαταιριάζομαιταιριάχτηκαταιριαγμένοςταιριασμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →