ταιριάζω
•
- μεταβατικόσυνδέω δύο πράγματα σε ζευγάρι Βικιλεξικό
- μεταβατικόπροσπαθώ να δημιουργήσω ένα αρμονικό συνδυασμό Βικιλεξικό
- αμετάβατοείμαι σε συμφωνία ή σε αρμονία με κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- Και τόσο ταίριαζαν ο ένας δίπλα στον άλλον που κανένας δε γυρνούσε να τους κοιτάξει παράξενα. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι, 1966 [διηγήματα])
- αμετάβατοέχω το σχήμα που αντιστοιχεί σε κάτι Βικιλεξικό
- αμετάβατοζω αρμονικά με κάποιον Βικιλεξικό
- απρόσωποταιριάζει: αρμόζει, πρέπει Βικιλεξικό
- Δεν ταιριάζει τέτοια συμπεριφορά σε μαθητή
Ετυμολογία
ταιριάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ταιριάζω < ταῖριν < *ἑταίρ-ιον, υποκοριστικό του αρχαίου ἑταῖρος
Άλλοι τύποι
ταίραξαταίριασαταιριάζομαιταιριάχτηκαταιριαγμένοςταιριασμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →