ατελεύτητος
•
- αυτός που δεν έχει, δε βρίσκει τέλος, δεν τελειώνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατελεύτητος < α- (στερητικό) + τελευτώ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατελεύτητος | ατελεύτητη | ατελεύτητο |
| Γενική | ατελεύτητου | ατελεύτητης | ατελεύτητου |
| Αιτιατική | ατελεύτητο | ατελεύτητη | ατελεύτητο |
| Κλητική | ατελεύτητε | ατελεύτητη | ατελεύτητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατελεύτητοι | ατελεύτητες | ατελεύτητα |
| Γενική | ατελεύτητων | ατελεύτητων | ατελεύτητων |
| Αιτιατική | ατελεύτητους | ατελεύτητες | ατελεύτητα |
| Κλητική | ατελεύτητοι | ατελεύτητες | ατελεύτητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →