Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατενής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει στραφεί και κοιτάζει μπροστά του και μακριά, πολύ εκτεταμένος, αχανής, προσηλωμένος κάπου Βικιλεξικό
    • ατενές βλέμμα

Ετυμολογία

ατενής < αρχαία ελληνική ἀτενής < ἀ- + τείνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατενήςατενήςατενές
Γενικήατενούςατενούςατενούς
Αιτιατικήατενήατενήατενές
Κλητικήατενή / ατενήςατενήςατενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατενείςατενείςατενή
Γενικήατενώνατενώνατενών
Αιτιατικήατενείςατενείςατενή
Κλητικήατενείςατενείςατενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →