Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατζέντα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ημερολόγιο μικρού μεγέθους με ειδικά σημεία για σημειώσεις Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπροσωπικός τηλεφωνικός κατάλογος Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητα θέματα προς συζήτηση σε μια (επίσημη) συνάντηση Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηπράγματα που έχει σχεδιαστεί (ή πρέπει) να γίνουν σε συγκεκριμένο χρόνο Βικιλεξικό
    • Άλλες προτεραιότητες, στις οποίες θα αναφερθεί ο Ομπάμα, είναι η μείωση των ανισοτήτων ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και η ενίσχυση της μεσαίας τάξης -η οικονομική ανάκαμψη της οποίας βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας του Ομπάμα. (*)

Ετυμολογία

ατζέντα < (άμεσο δάνειο) αγγλική agenda < λατινική agenda, ουδέτερο του agendus, γερουνδιακό του ρήματος ago

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήατζένταατζέντες
Γενικήατζέντας—
Αιτιατικήατζένταατζέντες
Κλητικήατζένταατζέντες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →