ατζέντης
•
- επάγγελμαπρόσωπο που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση υποθέσεων (ιδίως καλλιτεχνών) με αμοιβή Βικιλεξικό
- ειδικότεραναυτικός πράκτορας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατζέντης < ιταλική agente ή αγγλική agent < λατινική agens, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ago
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατζέντης | ατζέντηδες |
| Γενική | ατζέντη | ατζέντηδων |
| Αιτιατική | ατζέντη | ατζέντηδες |
| Κλητική | ατζέντη | ατζέντηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →