ατιμωτικός
•
- που προκαλεί την ατίμωση κάποιου, που ατιμάζει Βικιλεξικό
- η ατιμωτική καθαίρεση αξιωματικού
Ετυμολογία
ατιμωτικός < ατίμω-ση/-σις + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατιμωτικός | ατιμωτική | ατιμωτικό |
| Γενική | ατιμωτικού | ατιμωτικής | ατιμωτικού |
| Αιτιατική | ατιμωτικό | ατιμωτική | ατιμωτικό |
| Κλητική | ατιμωτικέ | ατιμωτική | ατιμωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατιμωτικοί | ατιμωτικές | ατιμωτικά |
| Γενική | ατιμωτικών | ατιμωτικών | ατιμωτικών |
| Αιτιατική | ατιμωτικούς | ατιμωτικές | ατιμωτικά |
| Κλητική | ατιμωτικοί | ατιμωτικές | ατιμωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →