ατμίζω
•
- νεολογισμός«καπνίζω» ηλεκτρονικό τσιγάρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατμίζω < αρχαία ελληνική ἀτμίζω, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική vape
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ατμίζω | ατμίζεις | ατμίζει | ατμίζουμε | ατμίζετε | ατμίζουν / ατμίζουνε |
| Παρατατικός | άτμιζα | άτμιζες | άτμιζε | ατμίζαμε | ατμίζατε | άτμιζαν / ατμίζαν / ατμίζανε |
| Αόριστος | άτμισα | άτμισες | άτμισε | ατμίσαμε | ατμίσατε | άτμισαν / ατμίσαν / ατμίσανε |
| Μέλλοντας | θα ατμίζω / θα ατμίσω | θα ατμίζεις / θα ατμίσεις | θα ατμίζει / θα ατμίσει | θα ατμίζουμε / θα ατμίσουμε | θα ατμίζετε / θα ατμίσετε | θα ατμίζουν / θα ατμίζουνε / θα ατμίσουν / θα ατμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ατμίσει | έχεις ατμίσει | έχει ατμίσει | έχουμε ατμίσει | έχετε ατμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ατμίσει | είχες ατμίσει | είχε ατμίσει | είχαμε ατμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ατμίσει / να ατμίζω / να ατμίσω | να έχεις ατμίσει / να ατμίζεις / να ατμίσεις | να έχει ατμίσει / να ατμίζει / να ατμίσει | να έχουμε ατμίσει / να ατμίζουμε / να ατμίσουμε | να έχετε ατμίσει / να ατμίζετε / να ατμίσετε | να ατμίζουν / να ατμίζουνε / να ατμίσουν / να ατμίσουνε |
| Προστακτική | — | άτμιζε / άτμισε | — | — | ατμίζετε / ατμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →