ατμός
•
- νερό ή άλλο υγρό σε αέρια μορφή, προϊόν εξάτμισης ή βρασμού, που για νερό γίνεται σε θερμοκρασίες πέρα από τους 100^οC Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀτμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατμός | ατμοί |
| Γενική | ατμού | ατμών |
| Αιτιατική | ατμό | ατμούς |
| Κλητική | ατμέ | ατμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →