ατμοπλοϊκός
•
- που έχει σχέση με την ατμοπλοΐα ή τα ατμόπλοια, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατμοπλοϊκός < ατμόπλοι(ο) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατμοπλοϊκός | ατμοπλοϊκή | ατμοπλοϊκό |
| Γενική | ατμοπλοϊκού | ατμοπλοϊκής | ατμοπλοϊκού |
| Αιτιατική | ατμοπλοϊκό | ατμοπλοϊκή | ατμοπλοϊκό |
| Κλητική | ατμοπλοϊκέ | ατμοπλοϊκή | ατμοπλοϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατμοπλοϊκοί | ατμοπλοϊκές | ατμοπλοϊκά |
| Γενική | ατμοπλοϊκών | ατμοπλοϊκών | ατμοπλοϊκών |
| Αιτιατική | ατμοπλοϊκούς | ατμοπλοϊκές | ατμοπλοϊκά |
| Κλητική | ατμοπλοϊκοί | ατμοπλοϊκές | ατμοπλοϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →