ατομικεύω
•
- εξατομικεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατομικεύω < ατομικός + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ατομικεύω | ατομικεύεις | ατομικεύει | ατομικεύουμε | ατομικεύετε | ατομικεύουν / ατομικεύουνε |
| Παρατατικός | ατομίκευα | ατομίκευες | ατομίκευε | ατομικεύαμε | ατομικεύατε | ατομίκευαν / ατομικεύαν / ατομικεύανε |
| Αόριστος | ατομίκευσα | ατομίκευσες | ατομίκευσε | ατομικεύσαμε | ατομικεύσατε | ατομίκευσαν / ατομικεύσαν / ατομικεύσανε |
| Μέλλοντας | θα ατομικεύσω / θα ατομικεύω | θα ατομικεύεις / θα ατομικεύσεις | θα ατομικεύει / θα ατομικεύσει | θα ατομικεύουμε / θα ατομικεύσουμε | θα ατομικεύετε / θα ατομικεύσετε | θα ατομικεύουν / θα ατομικεύουνε / θα ατομικεύσουν / θα ατομικεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ατομικεύσει | έχεις ατομικεύσει | έχει ατομικεύσει | έχουμε ατομικεύσει | έχετε ατομικεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ατομικεύσει | είχες ατομικεύσει | είχε ατομικεύσει | είχαμε ατομικεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ατομικεύσει / να ατομικεύσω / να ατομικεύω | να έχεις ατομικεύσει / να ατομικεύεις / να ατομικεύσεις | να έχει ατομικεύσει / να ατομικεύει / να ατομικεύσει | να έχουμε ατομικεύσει / να ατομικεύουμε / να ατομικεύσουμε | να έχετε ατομικεύσει / να ατομικεύετε / να ατομικεύσετε | να ατομικεύουν / να ατομικεύουνε / να ατομικεύσουν / να ατομικεύσουνε |
| Προστακτική | — | ατομίκευε / ατομίκευσε | — | — | ατομικεύετε / ατομικεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →