ατσαλιά
•
- η ιδιότητα του άτσαλου, τονα είναι κάτι (ή κάποιος) άτσαλο(ς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατσαλιά < άτσαλος + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατσαλιά | ατσαλιές |
| Γενική | ατσαλιάς | ατσαλιών |
| Αιτιατική | ατσαλιά | ατσαλιές |
| Κλητική | ατσαλιά | ατσαλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →