αυθεντία
•
- η ιδιότητα αδιαμφισβήτητου κύρους Βικιλεξικό
- το άτομο που οι γνώσεις του σε έναν συγκεκριμένο τομέα εκτιμώνται εξαιρετικά και συνεπώς δεν αμφισβητείται από κανέναν η γνώμη του Βικιλεξικό
- αυτός είναι αυθεντία στα μαθηματικά
Ετυμολογία
αυθεντία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὐθεντία (απόλυτη εξουσία), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική autorité
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυθεντία | αυθεντίες |
| Γενική | αυθεντίας | αυθεντιών |
| Αιτιατική | αυθεντία | αυθεντίες |
| Κλητική | αυθεντία | αυθεντίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →