Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυθεντία

/a.fθenˈdi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα αδιαμφισβήτητου κύρους Βικιλεξικό
  2. το άτομο που οι γνώσεις του σε έναν συγκεκριμένο τομέα εκτιμώνται εξαιρετικά και συνεπώς δεν αμφισβητείται από κανέναν η γνώμη του Βικιλεξικό
    • αυτός είναι αυθεντία στα μαθηματικά

Ετυμολογία

αυθεντία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὐθεντία (απόλυτη εξουσία), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική autorité

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυθεντίααυθεντίες
Γενικήαυθεντίαςαυθεντιών
Αιτιατικήαυθεντίααυθεντίες
Κλητικήαυθεντίααυθεντίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →