αυλαρχία
•
- το αξίωμα ενός αυλάρχη Βικιλεξικό
- η περίοδος που ο αυλάρχης κατέχει και ασκεί το σχετικό αξίωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυλαρχία < αυλάρχης + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυλαρχία | αυλαρχίες |
| Γενική | αυλαρχίας | αυλαρχιών |
| Αιτιατική | αυλαρχία | αυλαρχίες |
| Κλητική | αυλαρχία | αυλαρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →