Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτάξιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου τον χαρακτηρίζει η αυταξία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτάξιος < αυταξία + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτάξιοςαυτάξιααυτάξιο
Γενικήαυτάξιουαυτάξιαςαυτάξιου
Αιτιατικήαυτάξιοαυτάξιααυτάξιο
Κλητικήαυτάξιεαυτάξιααυτάξιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτάξιοιαυτάξιεςαυτάξια
Γενικήαυτάξιωναυτάξιωναυτάξιων
Αιτιατικήαυτάξιουςαυτάξιεςαυτάξια
Κλητικήαυτάξιοιαυτάξιεςαυτάξια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →