αυταξία
•
- λόγιοη ύπαρξη ή η απόδοση αξίας σε κάποιον ή κάτι για λόγους που εκπορεύονται απ’ αυτό(ν) το(ν) ίδιο(ν) Βικιλεξικό
- λόγιοαυτοεκτίμηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυταξία < αυτ- + αξία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυταξία | αυταξίες |
| Γενική | αυταξίας | αυταξιών |
| Αιτιατική | αυταξία | αυταξίες |
| Κλητική | αυταξία | αυταξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →