Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυταξία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ύπαρξη ή η απόδοση αξίας σε κάποιον ή κάτι για λόγους που εκπορεύονται απ’ αυτό(ν) το(ν) ίδιο(ν) Βικιλεξικό
  2. λόγιοαυτοεκτίμηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυταξία < αυτ- + αξία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυταξίααυταξίες
Γενικήαυταξίαςαυταξιών
Αιτιατικήαυταξίααυταξίες
Κλητικήαυταξίααυταξίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →