Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτάρκεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του αυτάρκους, η πληρότητα σχετικά με όλα τα αναγκαία, η έλλειψη ανάγκης για εξωτερική βοήθεια Βικιλεξικό
    • Όλα τα εγκώμια μάλιστα που αφειδώς επιδαψιλεύονται από γλωσσαμύντορες παντός συμφέροντος επί της ελληνικής δε δείχνουν παρά μόνο μια πραγματικότητα: τη μονοφωνική αυτάρκεια της γλωσσικής κατάστασης, την αδυναμία της γλώσσας, όχι πλέον στο επίπεδο ιδεών αλλά ... (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 436-439, 2003, σελ. 89)

Ετυμολογία

αυτάρκεια < αρχαία ελληνική αὐτάρκεια < αὐτός + ἀρκέω / ἀρκῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτάρκειααυτάρκειες
Γενικήαυτάρκειαςαυταρκειών
Αιτιατικήαυτάρκειααυτάρκειες
Κλητικήαυτάρκειααυτάρκειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →