αυτάρκης
•
- που ικανοποιεί μόνος του τις ανάγκες του Βικιλεξικό
- Κάποτε, σε μυθιστόρημα συγγραφέα που δε θυμάται το όνομά του, είχε διαβάσει τη φράση «Τελικά ο Αυνάν ήταν αυτάρκης». Τον είχε εντυπωσιάσει τότε η φράση εκείνη. Μπορεί και να του απενοχοποιούσε εφηβικές παρασπονδίες. (Μάνος Κοντολέων, Κόντρα ρόλος, εκδ. Πατάκης, 2025)
- «Γιάννη, Αδερφέ μου, Φιλάρα!» τον αγκάλιασε πασίχαρος με τα δρακόντεια χέρια του ο κουστουμαρισμένος κι απόλυτα αυτάρκης τώρα πια Πανάρετος. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, 2014 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%95%CE%BC%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82/d331BQAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B1%22&pg=PT267&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
αυτάρκης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὐτάρκης. Με πρόθημα αυτ- → και δείτε τη λέξη αὐτάρκης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτάρκης | — | αύταρκες |
| Γενική | αυτάρκους | — | αυτάρκους |
| Αιτιατική | αυτάρκη | — | αύταρκες |
| Κλητική | αυτάρκη | — | αύταρκες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτάρκεις | — | αυτάρκη |
| Γενική | αυτάρκων | — | αυτάρκων |
| Αιτιατική | αυτάρκεις | — | αυτάρκη |
| Κλητική | αυτάρκεις | — | αυτάρκη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →