αυταπάτη
•
- η κατάσταση κατά την οποία κάποιος παραπλανά (απατά) τον ίδιο του τον εαυτό με το να αποδέχεται ως αληθινό κάτι που δεν είναι, επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιληφθεί την πραγματικότητα Βικιλεξικό
- Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)
Ετυμολογία
αυταπάτη < αυτ- + απάτη, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-deception
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυταπάτη | αυταπάτες |
| Γενική | αυταπάτης | αυταπατών |
| Αιτιατική | αυταπάτη | αυταπάτες |
| Κλητική | αυταπάτη | αυταπάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →