Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυταπάτη

/a.ftaˈpa.ti/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος παραπλανά (απατά) τον ίδιο του τον εαυτό με το να αποδέχεται ως αληθινό κάτι που δεν είναι, επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιληφθεί την πραγματικότητα Βικιλεξικό
    • Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)

Ετυμολογία

αυταπάτη < αυτ- + απάτη, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-deception

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυταπάτηαυταπάτες
Γενικήαυταπάτηςαυταπατών
Αιτιατικήαυταπάτηαυταπάτες
Κλητικήαυταπάτηαυταπάτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →