Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυταπατώμαι

/a.fta.paˈto.me/ρήμα
•
  1. λόγιοξεγελώ τον εαυτό μου, τον εξαπατώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυταπατώμαι < αυταπάτη + -ώμαι

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυταπατώμαι——αυταπατώμεθααυταπατάσθεαυταπατώνται
Παρατατικός—————αυταπατόνταν / αυταπατόντουσαν
Αόριστος—————αυταπατηθήκαν / αυταπατηθήκανε
Μέλλονταςθα αυταπατηθώ / θα αυταπατώμαιθα αυταπατηθείςθα αυταπατηθείθα αυταπατηθούμε / θα αυταπατώμεθαθα αυταπατάσθε / θα αυταπατηθείτεθα αυταπατηθούν / θα αυταπατηθούνε / θα αυταπατώνται
Παρακείμενοςέχω αυταπατηθείέχεις αυταπατηθείέχει αυταπατηθείέχουμε αυταπατηθείέχετε αυταπατηθεί—
Υπερσυντέλικοςείχα αυταπατηθείείχες αυταπατηθείείχε αυταπατηθείείχαμε αυταπατηθεί——
Υποτακτικήνα έχω αυταπατηθεί / να αυταπατηθώ / να αυταπατώμαινα έχεις αυταπατηθεί / να αυταπατηθείςνα έχει αυταπατηθεί / να αυταπατηθείνα έχουμε αυταπατηθεί / να αυταπατηθούμε / να αυταπατώμεθανα έχετε αυταπατηθεί / να αυταπατάσθε / να αυταπατηθείτενα αυταπατηθούν / να αυταπατηθούνε / να αυταπατώνται
Προστακτική—αυταπατήσου——αυταπατάσθε / αυταπατηθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώτας—αυταπατάσαιαυταπατάταιαυταπατόμαστεαυταπατάστε—
Παρατατικόςαυταπατόμουναυταπατόσουναυταπατόταναυταπατόμασταναυταπατόσασταν—
Αόριστοςαυταπατήθηκααυταπατήθηκεςαυταπατήθηκεαυταπατηθήκαμεαυταπατηθήκατεαυταπατήθηκαν
Μέλλοντας—θα αυταπατάσαιθα αυταπατάταιθα αυταπατόμαστεθα αυταπατάστε—
Υποτακτική—να αυταπατάσαινα αυταπατάταινα αυταπατόμαστενα αυταπατάστε—
Προστακτική————αυταπατάστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →