αυταπατώμαι
•
- λόγιοξεγελώ τον εαυτό μου, τον εξαπατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυταπατώμαι < αυταπάτη + -ώμαι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυταπατώμαι | — | — | αυταπατώμεθα | αυταπατάσθε | αυταπατώνται |
| Παρατατικός | — | — | — | — | — | αυταπατόνταν / αυταπατόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | αυταπατηθήκαν / αυταπατηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυταπατηθώ / θα αυταπατώμαι | θα αυταπατηθείς | θα αυταπατηθεί | θα αυταπατηθούμε / θα αυταπατώμεθα | θα αυταπατάσθε / θα αυταπατηθείτε | θα αυταπατηθούν / θα αυταπατηθούνε / θα αυταπατώνται |
| Παρακείμενος | έχω αυταπατηθεί | έχεις αυταπατηθεί | έχει αυταπατηθεί | έχουμε αυταπατηθεί | έχετε αυταπατηθεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυταπατηθεί | είχες αυταπατηθεί | είχε αυταπατηθεί | είχαμε αυταπατηθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυταπατηθεί / να αυταπατηθώ / να αυταπατώμαι | να έχεις αυταπατηθεί / να αυταπατηθείς | να έχει αυταπατηθεί / να αυταπατηθεί | να έχουμε αυταπατηθεί / να αυταπατηθούμε / να αυταπατώμεθα | να έχετε αυταπατηθεί / να αυταπατάσθε / να αυταπατηθείτε | να αυταπατηθούν / να αυταπατηθούνε / να αυταπατώνται |
| Προστακτική | — | αυταπατήσου | — | — | αυταπατάσθε / αυταπατηθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | — | αυταπατάσαι | αυταπατάται | αυταπατόμαστε | αυταπατάστε | — |
| Παρατατικός | αυταπατόμουν | αυταπατόσουν | αυταπατόταν | αυταπατόμασταν | αυταπατόσασταν | — |
| Αόριστος | αυταπατήθηκα | αυταπατήθηκες | αυταπατήθηκε | αυταπατηθήκαμε | αυταπατηθήκατε | αυταπατήθηκαν |
| Μέλλοντας | — | θα αυταπατάσαι | θα αυταπατάται | θα αυταπατόμαστε | θα αυταπατάστε | — |
| Υποτακτική | — | να αυταπατάσαι | να αυταπατάται | να αυταπατόμαστε | να αυταπατάστε | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | αυταπατάστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →