αυτεπάγγελτος
•
- αυτός που γίνεται από μόνος του χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου Βικιλεξικό
- νομικός όροςαυτός που προέρχεται από το νόμο, χωρίς τη μεσολάβηση εισαγγελέα ή μήνυσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτεπάγγελτος < αυτός+ επί + αγγέλλω, ο αφ΄ εαυτού, με δική του πρωτοβουλία πράττων
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτεπάγγελτος | αυτεπάγγελτη | αυτεπάγγελτο |
| Γενική | αυτεπάγγελτου | αυτεπάγγελτης | αυτεπάγγελτου |
| Αιτιατική | αυτεπάγγελτο | αυτεπάγγελτη | αυτεπάγγελτο |
| Κλητική | αυτεπάγγελτε | αυτεπάγγελτη | αυτεπάγγελτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτεπάγγελτοι | αυτεπάγγελτες | αυτεπάγγελτα |
| Γενική | αυτεπάγγελτων | αυτεπάγγελτων | αυτεπάγγελτων |
| Αιτιατική | αυτεπάγγελτους | αυτεπάγγελτες | αυτεπάγγελτα |
| Κλητική | αυτεπάγγελτοι | αυτεπάγγελτες | αυτεπάγγελτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →