Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτεπάγγελτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που γίνεται από μόνος του χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςαυτός που προέρχεται από το νόμο, χωρίς τη μεσολάβηση εισαγγελέα ή μήνυσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτεπάγγελτος < αυτός+ επί + αγγέλλω, ο αφ΄ εαυτού, με δική του πρωτοβουλία πράττων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτεπάγγελτοςαυτεπάγγελτηαυτεπάγγελτο
Γενικήαυτεπάγγελτουαυτεπάγγελτηςαυτεπάγγελτου
Αιτιατικήαυτεπάγγελτοαυτεπάγγελτηαυτεπάγγελτο
Κλητικήαυτεπάγγελτεαυτεπάγγελτηαυτεπάγγελτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτεπάγγελτοιαυτεπάγγελτεςαυτεπάγγελτα
Γενικήαυτεπάγγελτωναυτεπάγγελτωναυτεπάγγελτων
Αιτιατικήαυτεπάγγελτουςαυτεπάγγελτεςαυτεπάγγελτα
Κλητικήαυτεπάγγελτοιαυτεπάγγελτεςαυτεπάγγελτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →