αυτοακυρώνομαι
•
- λόγιοπαύω, ακούσια ή εκούσια, να διατηρώ την ισχύ ή το κύρος μου, εξουδετερώνοντας ο ίδιος το αποτέλεσμα των ενεργειών ή των λόγων μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοακυρώνομαι < αυτο- + ακυρώνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοακυρώνομαι | αυτοακυρώνεσαι | αυτοακυρώνεται | αυτοακυρωνόμαστε | αυτοακυρώνεστε | αυτοακυρώνονται |
| Παρατατικός | αυτοακυρωνόμουν / αυτοακυρωνόμουνα | αυτοακυρωνόσουν / αυτοακυρωνόσουνα | αυτοακυρωνόταν / αυτοακυρωνότανε | αυτοακυρωνόμασταν / αυτοακυρωνόμαστε | αυτοακυρωνόσασταν / αυτοακυρωνόσαστε | αυτοακυρωνόντουσαν / αυτοακυρώνονταν |
| Αόριστος | αυτοακυρώθηκα | αυτοακυρώθηκες | αυτοακυρώθηκε | αυτοακυρωθήκαμε | αυτοακυρωθήκατε | αυτοακυρωθήκαν / αυτοακυρωθήκανε / αυτοακυρώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αυτοακυρωθώ / θα αυτοακυρώνομαι | θα αυτοακυρωθείς / θα αυτοακυρώνεσαι | θα αυτοακυρωθεί / θα αυτοακυρώνεται | θα αυτοακυρωθούμε / θα αυτοακυρωνόμαστε | θα αυτοακυρωθείτε / θα αυτοακυρώνεστε | θα αυτοακυρωθούν / θα αυτοακυρωθούνε / θα αυτοακυρώνονται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοακυρωθεί | έχεις αυτοακυρωθεί | έχει αυτοακυρωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοακυρωθεί | είχες αυτοακυρωθεί | είχε αυτοακυρωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοακυρωθεί / να αυτοακυρωθώ / να αυτοακυρώνομαι | να έχεις αυτοακυρωθεί / να αυτοακυρωθείς / να αυτοακυρώνεσαι | να έχει αυτοακυρωθεί / να αυτοακυρωθεί / να αυτοακυρώνεται | να αυτοακυρωθούμε / να αυτοακυρωνόμαστε | να αυτοακυρωθείτε / να αυτοακυρώνεστε | να αυτοακυρωθούν / να αυτοακυρωθούνε / να αυτοακυρώνονται |
| Προστακτική | — | αυτοακυρώνου / αυτοακυρώσου | — | — | αυτοακυρωθείτε / αυτοακυρώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →