αυτοαναφορικότητα
•
- το ν' αναφέρεται κάποιος στον εαυτό του, με αυτοαναφορές Βικιλεξικό
- παλιότερη πολυτονική γραφή: αὐτοαναφορικότητα
Ετυμολογία
αυτοαναφορικότητα (νεολογισμός) < αυτοαναφορικ(ός) + -ότητα, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-referentiality. Μορφολογικά αναλύεται σε αυτό- + αναφορικότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοαναφορικότητα | αυτοαναφορικότητες |
| Γενική | αυτοαναφορικότητας | αυτοαναφορικοτήτων |
| Αιτιατική | αυτοαναφορικότητα | αυτοαναφορικότητες |
| Κλητική | αυτοαναφορικότητα | αυτοαναφορικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →