Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοαναφορικός

/a.fto.a.na.foˈɾa/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στον εαυτό του Βικιλεξικό
    • παλιότερη πολυτονική γραφή: αὐτοαναφορικός

Ετυμολογία

αυτοαναφορικός < αυτο- + αναφορικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-referential

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοαναφορικόςαυτοαναφορικήαυτοαναφορικό
Γενικήαυτοαναφορικούαυτοαναφορικήςαυτοαναφορικού
Αιτιατικήαυτοαναφορικόαυτοαναφορικήαυτοαναφορικό
Κλητικήαυτοαναφορικέαυτοαναφορικήαυτοαναφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοαναφορικοίαυτοαναφορικέςαυτοαναφορικά
Γενικήαυτοαναφορικώναυτοαναφορικώναυτοαναφορικών
Αιτιατικήαυτοαναφορικούςαυτοαναφορικέςαυτοαναφορικά
Κλητικήαυτοαναφορικοίαυτοαναφορικέςαυτοαναφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →