Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοανοσία

/a.fto.a.noˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πάθησηνοσηρή διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος κατά την οποία κάποιος οργανισμός αντιμετωπίζει δικά του στοιχεία ως ξένα και επιτίθεται ουσιαστικά στον εαυτό του (στους ιστούς ή τα όργανά του) Βικιλεξικό
    • Στους ανθρώπους που έχουν αυτοανοσία, όμως, το ανοσολογικό σύστημα χάνει το “γνώθι σαυτόν”, σταματά δηλαδή να αναγνωρίζει ένα ή περισσότερα από τα φυσιολογικά συστατικά του οργανισμού ως “εαυτό” και αναπτύσσει διάφορους μηχανισμούς (ένας είναι τα αυτοαντισώματα) που εάν επιτεθούν στον εαυτό μας προκύπτουν τα αυτοάνοσα νοσήματα. Ευτυχώς, μόνο κάποιοι από τους μηχανισμούς του ανοσολογικού (όχι όλοι), χάνουν το “γνώθι σαυτόν” και ευτυχώς οι υπόλοιποι τους κρατούν σε αδράνεια. Έτσι, δεν προκύπτει νόσημα.
    • Διεγερτικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί συνυπάρχουν εξασφαλίζοντας την ομοιόσταση και συνεπώς την υγεία ου ατόμου. Η διαταραχή της ομοιόστασης οδηγεί σε παθολογικές καταστάσεις. Συχνά η διέγερση και η καταστολή αποκλίνουν της φυσιολογικής πορείας. Στις αυτοανοσίες, για παράδειγμα, επικρατεί διέγερση του οργανισμού ενάντια στα εαυτά στοιχεία και όχι η φυσιολογική ανοχή. Αντίθετα, στη σήψη, επικρατούν ανοσοκατασταλτικοί μηχανισμοί και εμποδίζουν το ανοσοποιητικό σύστημα να δράσει ενάντια σε γενικευμένες μολύνσεις.

Ετυμολογία

αυτοανοσία < αυτοάνοσ(ος) + -ία, (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική autoimmunity). Μορφολογικά αναλύεται σε αυτο- + ανοσία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοανοσίααυτοανοσίες
Γενικήαυτοανοσίαςαυτοανοσιών
Αιτιατικήαυτοανοσίααυτοανοσίες
Κλητικήαυτοανοσίααυτοανοσίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →