Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτογκόλ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αθλητισμόςγκολ που σημειώνει παίκτης στέλνοντας κατά λάθος την μπάλα στο δικό του τέρμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάενέργεια ή επιλογή που, αντί να εξυπηρετήσει τον δράστη, βλάπτει τα δικά του συμφέροντα Βικιλεξικό
    • οι δικοί του τον θυμούνται ... ως τον υπαίτιο της οικονομικής δυστυχίας τους, σαν να έβαλε αυτογκόλ σε δυο κρίσιμους ποδοσφαιρικούς τελικούς: επί Δικτατορίας, που δεν αξιοποίησε την εύνοια της Χούντας που τον στράτευσε στην παντοδύναμη ΕΣΑ και αυτός λιποτάκτησε, και επί Δημοκρατίας, που δεν αξιοποίησε την αντίσταση που έκανε κατά της Χούντας (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

αυτογκόλ < ιταλική autogol / autogoal ή γαλλική autogoal < αρχαία ελληνική αὐτός + αγγλική goal < μέση αγγλική gol (σύνορο, όριο) < αγγλοσαξονική *gāl (εμπόδιο, φράγμα)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →