αυτοδίκαιος
•
- νομικός όροςπου υπάρχει, συμβαίνει ή γίνεται από μόνος του, αμέσως μετά την εμφάνιση ενός άλλου γεγονότος και ως νομική συνέπεια αυτού, χωρίς να χρειάζεται κάποια άλλη διαδικασία ή απόφαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοδίκαιος < ελληνιστική κοινή αὐτοδίκαιον ((σημασιολογικό δάνειο) λατινική ipso jure)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοδίκαιος | αυτοδίκαιη | αυτοδίκαιο |
| Γενική | αυτοδίκαιου | αυτοδίκαιης | αυτοδίκαιου |
| Αιτιατική | αυτοδίκαιο | αυτοδίκαιη | αυτοδίκαιο |
| Κλητική | αυτοδίκαιε | αυτοδίκαιη | αυτοδίκαιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοδίκαιοι | αυτοδίκαιες | αυτοδίκαια |
| Γενική | αυτοδίκαιων | αυτοδίκαιων | αυτοδίκαιων |
| Αιτιατική | αυτοδίκαιους | αυτοδίκαιες | αυτοδίκαια |
| Κλητική | αυτοδίκαιοι | αυτοδίκαιες | αυτοδίκαια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →