αυτοδιαχειρίζομαι
•
- διαχειρίζομαι ή διευθύνω σαν εργοδότης ή διευθύνων σύμβουλος μια εταιρία ή έναν οργανισμό, στα οποία είμαι εργαζόμενος ή απασχολούμενος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοδιαχειρίζομαι < αυτο- + διαχειρίζομαι (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική autogérer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοδιαχειρίζομαι | αυτοδιαχειρίζεσαι | αυτοδιαχειρίζεται | αυτοδιαχειριζόμαστε | αυτοδιαχειρίζεστε | αυτοδιαχειρίζονται |
| Παρατατικός | αυτοδιαχειριζόμουν / αυτοδιαχειριζόμουνα | αυτοδιαχειριζόσουν / αυτοδιαχειριζόσουνα | αυτοδιαχειριζόταν / αυτοδιαχειριζότανε | αυτοδιαχειριζόμασταν / αυτοδιαχειριζόμαστε | αυτοδιαχειριζόσασταν / αυτοδιαχειριζόσαστε | αυτοδιαχειρίζονταν / αυτοδιαχειριζόντουσαν |
| Αόριστος | αυτοδιαχειρίστηκα | αυτοδιαχειρίστηκες | αυτοδιαχειρίστηκε | αυτοδιαχειριστήκαμε | αυτοδιαχειριστήκατε | αυτοδιαχειρίστηκαν / αυτοδιαχειριστήκαν / αυτοδιαχειριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοδιαχειρίζομαι / θα αυτοδιαχειριστώ | θα αυτοδιαχειρίζεσαι / θα αυτοδιαχειριστείς | θα αυτοδιαχειρίζεται / θα αυτοδιαχειριστεί | θα αυτοδιαχειριζόμαστε / θα αυτοδιαχειριστούμε | θα αυτοδιαχειρίζεστε / θα αυτοδιαχειριστείτε | θα αυτοδιαχειρίζονται / θα αυτοδιαχειριστούν / θα αυτοδιαχειριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοδιαχειριστεί | έχεις αυτοδιαχειριστεί | έχει αυτοδιαχειριστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοδιαχειριστεί | είχες αυτοδιαχειριστεί | είχε αυτοδιαχειριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοδιαχειριστεί / να αυτοδιαχειρίζομαι / να αυτοδιαχειριστώ | να έχεις αυτοδιαχειριστεί / να αυτοδιαχειρίζεσαι / να αυτοδιαχειριστείς | να έχει αυτοδιαχειριστεί / να αυτοδιαχειρίζεται / να αυτοδιαχειριστεί | να αυτοδιαχειριζόμαστε / να αυτοδιαχειριστούμε | να αυτοδιαχειρίζεστε / να αυτοδιαχειριστείτε | να αυτοδιαχειρίζονται / να αυτοδιαχειριστούν / να αυτοδιαχειριστούνε |
| Προστακτική | — | αυτοδιαχειρίζου / αυτοδιαχειρίσου | — | — | αυτοδιαχειρίζεστε / αυτοδιαχειριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →