αυτοδικαίωση
•
- λόγιοη δικαίωση που δίνει κάποιος στον εαυτό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοδικαίωση < αυτο- + δικαίωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοδικαίωση | αυτοδικαιώσεις |
| Γενική | αυτοδικαίωσης | αυτοδικαιώσεων |
| Αιτιατική | αυτοδικαίωση | αυτοδικαιώσεις |
| Κλητική | αυτοδικαίωση | αυτοδικαιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →