αυτοεγκλωβίζομαι
•
- εγκλωβίζω ο ίδιος τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοεγκλωβίζομαι < αυτο- + εγκλωβίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοεγκλωβίζομαι | αυτοεγκλωβίζεσαι | αυτοεγκλωβίζεται | αυτοεγκλωβιζόμαστε | αυτοεγκλωβίζεστε | αυτοεγκλωβίζονται |
| Παρατατικός | αυτοεγκλωβιζόμουν / αυτοεγκλωβιζόμουνα | αυτοεγκλωβιζόσουν / αυτοεγκλωβιζόσουνα | αυτοεγκλωβιζόταν / αυτοεγκλωβιζότανε | αυτοεγκλωβιζόμασταν / αυτοεγκλωβιζόμαστε | αυτοεγκλωβιζόσασταν / αυτοεγκλωβιζόσαστε | αυτοεγκλωβίζονταν / αυτοεγκλωβιζόντουσαν |
| Αόριστος | αυτοεγκλωβίστηκα | αυτοεγκλωβίστηκες | αυτοεγκλωβίστηκε | αυτοεγκλωβιστήκαμε | αυτοεγκλωβιστήκατε | αυτοεγκλωβίστηκαν / αυτοεγκλωβιστήκαν / αυτοεγκλωβιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοεγκλωβίζομαι / θα αυτοεγκλωβιστώ | θα αυτοεγκλωβίζεσαι / θα αυτοεγκλωβιστείς | θα αυτοεγκλωβίζεται / θα αυτοεγκλωβιστεί | θα αυτοεγκλωβιζόμαστε / θα αυτοεγκλωβιστούμε | θα αυτοεγκλωβίζεστε / θα αυτοεγκλωβιστείτε | θα αυτοεγκλωβίζονται / θα αυτοεγκλωβιστούν / θα αυτοεγκλωβιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοεγκλωβιστεί | έχεις αυτοεγκλωβιστεί | έχει αυτοεγκλωβιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοεγκλωβιστεί | είχες αυτοεγκλωβιστεί | είχε αυτοεγκλωβιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοεγκλωβιστεί / να αυτοεγκλωβίζομαι / να αυτοεγκλωβιστώ | να έχεις αυτοεγκλωβιστεί / να αυτοεγκλωβίζεσαι / να αυτοεγκλωβιστείς | να έχει αυτοεγκλωβιστεί / να αυτοεγκλωβίζεται / να αυτοεγκλωβιστεί | να αυτοεγκλωβιζόμαστε / να αυτοεγκλωβιστούμε | να αυτοεγκλωβίζεστε / να αυτοεγκλωβιστείτε | να αυτοεγκλωβίζονται / να αυτοεγκλωβιστούν / να αυτοεγκλωβιστούνε |
| Προστακτική | — | αυτοεγκλωβίζου / αυτοεγκλωβίσου | — | — | αυτοεγκλωβίζεστε / αυτοεγκλωβιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →