αυτοειρωνεία
•
- το να ειρωνεύεται κάποιος τον εαυτό του Βικιλεξικό
- Ο Αμπατζόγλου αφηγείται τις συνειδητά μπανάλ ιστορίες του με αδιόρατη ειρωνεία, ή καλύτερα αυτοειρωνεία, αφού οι ήρωές του δείχνουν, ακόμη και με τα ονόματά τους, να παραπέμπουν στον ίδιο. (Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός, εκδ. Πατάκη, 1995, σελ. 25)
Ετυμολογία
αυτοειρωνεία < αυτο- + ειρωνεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοειρωνεία | αυτοειρωνείες |
| Γενική | αυτοειρωνείας | αυτοειρωνειών |
| Αιτιατική | αυτοειρωνεία | αυτοειρωνείες |
| Κλητική | αυτοειρωνεία | αυτοειρωνείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →