αυτοεπαινούμαι
•
- επαινώ τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοεπαινούμαι < αυτο- + επαινούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοεπαινούμαι | αυτοεπαινείσαι | αυτοεπαινείται | αυτοεπαινούμαστε | αυτοεπαινείστε | αυτοεπαινούνται |
| Παρατατικός | αυτοεπαινούμουν | αυτοεπαινούσουν | αυτοεπαινούνταν | αυτοεπαινούμασταν / αυτοεπαινούμαστε | αυτοεπαινούσασταν / αυτοεπαινούσαστε | αυτοεπαινούνταν |
| Αόριστος | αυτοεπαινέθηκα | αυτοεπαινέθηκες | αυτοεπαινέθηκε | αυτοεπαινεθήκαμε | αυτοεπαινεθήκατε | αυτοεπαινέθηκαν / αυτοεπαινεθήκαν / αυτοεπαινεθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοεπαινεθώ / θα αυτοεπαινούμαι | θα αυτοεπαινείσαι / θα αυτοεπαινεθείς | θα αυτοεπαινείται / θα αυτοεπαινεθεί | θα αυτοεπαινεθούμε / θα αυτοεπαινούμαστε | θα αυτοεπαινείστε / θα αυτοεπαινεθείτε | θα αυτοεπαινεθούν / θα αυτοεπαινεθούνε / θα αυτοεπαινούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοεπαινεθεί | έχεις αυτοεπαινεθεί | έχει αυτοεπαινεθεί | έχουμε αυτοεπαινεθεί | έχετε αυτοεπαινεθεί | έχουν αυτοεπαινεθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοεπαινεθεί | είχες αυτοεπαινεθεί | είχε αυτοεπαινεθεί | είχαμε αυτοεπαινεθεί | είχατε αυτοεπαινεθεί | είχαν αυτοεπαινεθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινεθώ / να αυτοεπαινούμαι | να έχεις αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινείσαι / να αυτοεπαινεθείς | να έχει αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινείται / να αυτοεπαινεθεί | να έχουμε αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινεθούμε / να αυτοεπαινούμαστε | να έχετε αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινείστε / να αυτοεπαινεθείτε | να έχουν αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινεθούν / να αυτοεπαινεθούνε / να αυτοεπαινούνται |
| Προστακτική | — | αυτοεπαινέσου | — | — | αυτοεπαινείστε / αυτοεπαινεθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →