Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοεπαινούμαι

ρήμα
•
  1. επαινώ τον εαυτό μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοεπαινούμαι < αυτο- + επαινούμαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοεπαινούμαιαυτοεπαινείσαιαυτοεπαινείταιαυτοεπαινούμαστεαυτοεπαινείστεαυτοεπαινούνται
Παρατατικόςαυτοεπαινούμουναυτοεπαινούσουναυτοεπαινούνταναυτοεπαινούμασταν / αυτοεπαινούμαστεαυτοεπαινούσασταν / αυτοεπαινούσαστεαυτοεπαινούνταν
Αόριστοςαυτοεπαινέθηκααυτοεπαινέθηκεςαυτοεπαινέθηκεαυτοεπαινεθήκαμεαυτοεπαινεθήκατεαυτοεπαινέθηκαν / αυτοεπαινεθήκαν / αυτοεπαινεθήκανε
Μέλλονταςθα αυτοεπαινεθώ / θα αυτοεπαινούμαιθα αυτοεπαινείσαι / θα αυτοεπαινεθείςθα αυτοεπαινείται / θα αυτοεπαινεθείθα αυτοεπαινεθούμε / θα αυτοεπαινούμαστεθα αυτοεπαινείστε / θα αυτοεπαινεθείτεθα αυτοεπαινεθούν / θα αυτοεπαινεθούνε / θα αυτοεπαινούνται
Παρακείμενοςέχω αυτοεπαινεθείέχεις αυτοεπαινεθείέχει αυτοεπαινεθείέχουμε αυτοεπαινεθείέχετε αυτοεπαινεθείέχουν αυτοεπαινεθεί
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοεπαινεθείείχες αυτοεπαινεθείείχε αυτοεπαινεθείείχαμε αυτοεπαινεθείείχατε αυτοεπαινεθείείχαν αυτοεπαινεθεί
Υποτακτικήνα έχω αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινεθώ / να αυτοεπαινούμαινα έχεις αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινείσαι / να αυτοεπαινεθείςνα έχει αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινείται / να αυτοεπαινεθείνα έχουμε αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινεθούμε / να αυτοεπαινούμαστενα έχετε αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινείστε / να αυτοεπαινεθείτενα έχουν αυτοεπαινεθεί / να αυτοεπαινεθούν / να αυτοεπαινεθούνε / να αυτοεπαινούνται
Προστακτική—αυτοεπαινέσου——αυτοεπαινείστε / αυτοεπαινεθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →