αυτοεπιβεβαιώνομαι
•
- εκδηλώνω στάσεις ή ενεργώ με σκοπό να πείσω τον εαυτό μου ή τους άλλους για την αξία και τη σημασία μου Βικιλεξικό
- για κάτι που αποδεικνύεται αληθινό ή πραγματοποιείται από μόνο του, χωρίς να χρειάζεται εξωτερική απόδειξη ή παρέμβαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοεπιβεβαιώνομαι < αυτο- + επιβεβαιώνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοεπιβεβαιώνομαι | αυτοεπιβεβαιώνεσαι | αυτοεπιβεβαιώνεται | αυτοεπιβεβαιωνόμαστε | αυτοεπιβεβαιώνεστε | αυτοεπιβεβαιώνονται |
| Παρατατικός | αυτοεπιβεβαιωνόμουν / αυτοεπιβεβαιωνόμουνα | αυτοεπιβεβαιωνόσουν / αυτοεπιβεβαιωνόσουνα | αυτοεπιβεβαιωνόταν / αυτοεπιβεβαιωνότανε | αυτοεπιβεβαιωνόμασταν / αυτοεπιβεβαιωνόμαστε | αυτοεπιβεβαιωνόσασταν / αυτοεπιβεβαιωνόσαστε | αυτοεπιβεβαιωνόντουσαν / αυτοεπιβεβαιώνονταν |
| Αόριστος | αυτοεπιβεβαιώθηκα | αυτοεπιβεβαιώθηκες | αυτοεπιβεβαιώθηκε | αυτοεπιβεβαιωθήκαμε | αυτοεπιβεβαιωθήκατε | αυτοεπιβεβαιωθήκαν / αυτοεπιβεβαιωθήκανε / αυτοεπιβεβαιώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αυτοεπιβεβαιωθώ / θα αυτοεπιβεβαιώνομαι | θα αυτοεπιβεβαιωθείς / θα αυτοεπιβεβαιώνεσαι | θα αυτοεπιβεβαιωθεί / θα αυτοεπιβεβαιώνεται | θα αυτοεπιβεβαιωθούμε / θα αυτοεπιβεβαιωνόμαστε | θα αυτοεπιβεβαιωθείτε / θα αυτοεπιβεβαιώνεστε | θα αυτοεπιβεβαιωθούν / θα αυτοεπιβεβαιωθούνε / θα αυτοεπιβεβαιώνονται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοεπιβεβαιωθεί | έχεις αυτοεπιβεβαιωθεί | έχει αυτοεπιβεβαιωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοεπιβεβαιωθεί | είχες αυτοεπιβεβαιωθεί | είχε αυτοεπιβεβαιωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοεπιβεβαιωθεί / να αυτοεπιβεβαιωθώ / να αυτοεπιβεβαιώνομαι | να έχεις αυτοεπιβεβαιωθεί / να αυτοεπιβεβαιωθείς / να αυτοεπιβεβαιώνεσαι | να έχει αυτοεπιβεβαιωθεί / να αυτοεπιβεβαιωθεί / να αυτοεπιβεβαιώνεται | να αυτοεπιβεβαιωθούμε / να αυτοεπιβεβαιωνόμαστε | να αυτοεπιβεβαιωθείτε / να αυτοεπιβεβαιώνεστε | να αυτοεπιβεβαιωθούν / να αυτοεπιβεβαιωθούνε / να αυτοεπιβεβαιώνονται |
| Προστακτική | — | αυτοεπιβεβαιώνου / αυτοεπιβεβαιώσου | — | — | αυτοεπιβεβαιωθείτε / αυτοεπιβεβαιώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →