Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοεπιβεβαιώνομαι

ρήμα
•
  1. εκδηλώνω στάσεις ή ενεργώ με σκοπό να πείσω τον εαυτό μου ή τους άλλους για την αξία και τη σημασία μου Βικιλεξικό
  2. για κάτι που αποδεικνύεται αληθινό ή πραγματοποιείται από μόνο του, χωρίς να χρειάζεται εξωτερική απόδειξη ή παρέμβαση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοεπιβεβαιώνομαι < αυτο- + επιβεβαιώνομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοεπιβεβαιώνομαιαυτοεπιβεβαιώνεσαιαυτοεπιβεβαιώνεταιαυτοεπιβεβαιωνόμαστεαυτοεπιβεβαιώνεστεαυτοεπιβεβαιώνονται
Παρατατικόςαυτοεπιβεβαιωνόμουν / αυτοεπιβεβαιωνόμουνααυτοεπιβεβαιωνόσουν / αυτοεπιβεβαιωνόσουνααυτοεπιβεβαιωνόταν / αυτοεπιβεβαιωνότανεαυτοεπιβεβαιωνόμασταν / αυτοεπιβεβαιωνόμαστεαυτοεπιβεβαιωνόσασταν / αυτοεπιβεβαιωνόσαστεαυτοεπιβεβαιωνόντουσαν / αυτοεπιβεβαιώνονταν
Αόριστοςαυτοεπιβεβαιώθηκααυτοεπιβεβαιώθηκεςαυτοεπιβεβαιώθηκεαυτοεπιβεβαιωθήκαμεαυτοεπιβεβαιωθήκατεαυτοεπιβεβαιωθήκαν / αυτοεπιβεβαιωθήκανε / αυτοεπιβεβαιώθηκαν
Μέλλονταςθα αυτοεπιβεβαιωθώ / θα αυτοεπιβεβαιώνομαιθα αυτοεπιβεβαιωθείς / θα αυτοεπιβεβαιώνεσαιθα αυτοεπιβεβαιωθεί / θα αυτοεπιβεβαιώνεταιθα αυτοεπιβεβαιωθούμε / θα αυτοεπιβεβαιωνόμαστεθα αυτοεπιβεβαιωθείτε / θα αυτοεπιβεβαιώνεστεθα αυτοεπιβεβαιωθούν / θα αυτοεπιβεβαιωθούνε / θα αυτοεπιβεβαιώνονται
Παρακείμενοςέχω αυτοεπιβεβαιωθείέχεις αυτοεπιβεβαιωθείέχει αυτοεπιβεβαιωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοεπιβεβαιωθείείχες αυτοεπιβεβαιωθείείχε αυτοεπιβεβαιωθεί———
Υποτακτικήνα έχω αυτοεπιβεβαιωθεί / να αυτοεπιβεβαιωθώ / να αυτοεπιβεβαιώνομαινα έχεις αυτοεπιβεβαιωθεί / να αυτοεπιβεβαιωθείς / να αυτοεπιβεβαιώνεσαινα έχει αυτοεπιβεβαιωθεί / να αυτοεπιβεβαιωθεί / να αυτοεπιβεβαιώνεταινα αυτοεπιβεβαιωθούμε / να αυτοεπιβεβαιωνόμαστενα αυτοεπιβεβαιωθείτε / να αυτοεπιβεβαιώνεστενα αυτοεπιβεβαιωθούν / να αυτοεπιβεβαιωθούνε / να αυτοεπιβεβαιώνονται
Προστακτική—αυτοεπιβεβαιώνου / αυτοεπιβεβαιώσου——αυτοεπιβεβαιωθείτε / αυτοεπιβεβαιώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →