Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκαθοριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αυτοκαθορισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκαθοριστικός < αυτοκαθορίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοκαθοριστικόςαυτοκαθοριστικήαυτοκαθοριστικό
Γενικήαυτοκαθοριστικούαυτοκαθοριστικήςαυτοκαθοριστικού
Αιτιατικήαυτοκαθοριστικόαυτοκαθοριστικήαυτοκαθοριστικό
Κλητικήαυτοκαθοριστικέαυτοκαθοριστικήαυτοκαθοριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοκαθοριστικοίαυτοκαθοριστικέςαυτοκαθοριστικά
Γενικήαυτοκαθοριστικώναυτοκαθοριστικώναυτοκαθοριστικών
Αιτιατικήαυτοκαθοριστικούςαυτοκαθοριστικέςαυτοκαθοριστικά
Κλητικήαυτοκαθοριστικοίαυτοκαθοριστικέςαυτοκαθοριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →