αυτοκοροϊδεύομαι
•
- κοροϊδεύω τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκοροϊδεύομαι < αυτο- + κοροϊδεύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοκοροϊδεύομαι | αυτοκοροϊδεύεσαι | αυτοκοροϊδεύεται | αυτοκοροϊδευόμαστε | αυτοκοροϊδεύεστε | αυτοκοροϊδεύονται |
| Παρατατικός | αυτοκοροϊδευόμουν / αυτοκοροϊδευόμουνα | αυτοκοροϊδευόσουν / αυτοκοροϊδευόσουνα | αυτοκοροϊδευόταν / αυτοκοροϊδευότανε | αυτοκοροϊδευόμασταν / αυτοκοροϊδευόμαστε | αυτοκοροϊδευόσασταν / αυτοκοροϊδευόσαστε | αυτοκοροϊδευόντουσαν / αυτοκοροϊδεύονταν |
| Αόριστος | αυτοκοροϊδεύτηκα | αυτοκοροϊδεύτηκες | αυτοκοροϊδεύτηκε | αυτοκοροϊδευτήκαμε | αυτοκοροϊδευτήκατε | αυτοκοροϊδευτήκαν / αυτοκοροϊδευτήκανε / αυτοκοροϊδεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα αυτοκοροϊδευτώ / θα αυτοκοροϊδεύομαι | θα αυτοκοροϊδευτείς / θα αυτοκοροϊδεύεσαι | θα αυτοκοροϊδευτεί / θα αυτοκοροϊδεύεται | θα αυτοκοροϊδευτούμε / θα αυτοκοροϊδευόμαστε | θα αυτοκοροϊδευτείτε / θα αυτοκοροϊδεύεστε | θα αυτοκοροϊδευτούν / θα αυτοκοροϊδευτούνε / θα αυτοκοροϊδεύονται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοκοροϊδευτεί | έχεις αυτοκοροϊδευτεί | έχει αυτοκοροϊδευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοκοροϊδευτεί | είχες αυτοκοροϊδευτεί | είχε αυτοκοροϊδευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοκοροϊδευτεί / να αυτοκοροϊδευτώ / να αυτοκοροϊδεύομαι | να έχεις αυτοκοροϊδευτεί / να αυτοκοροϊδευτείς / να αυτοκοροϊδεύεσαι | να έχει αυτοκοροϊδευτεί / να αυτοκοροϊδευτεί / να αυτοκοροϊδεύεται | να αυτοκοροϊδευτούμε / να αυτοκοροϊδευόμαστε | να αυτοκοροϊδευτείτε / να αυτοκοροϊδεύεστε | να αυτοκοροϊδευτούν / να αυτοκοροϊδευτούνε / να αυτοκοροϊδεύονται |
| Προστακτική | — | αυτοκοροϊδέψου / αυτοκοροϊδεύου | — | — | αυτοκοροϊδευτείτε / αυτοκοροϊδεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →