Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κορόιδο

/koˈɾoi̯.ðo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χαρακτηρισμός για πρόσωπο που εξαπατήθηκε ή εξαπατάται εύκολα Βικιλεξικό
    • Πολλά κορόιδα την έπαθαν σαν κι εμένα. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια, 1937)

Ετυμολογία

κορόιδο < (πιθανώς) μεσαιωνική ελληνική *κουρόγιδο < κουρά + γίδι (ή < κοροϊδεύω < λατινική corrideo (γελώ δυνατά ή μαζί με κάποιον άλλον, περιγελώ) < con- + rideo)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκορόιδοκορόιδα
Γενικήκορόιδουκορόιδων
Αιτιατικήκορόιδοκορόιδα
Κλητικήκορόιδοκορόιδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →