αυτοκρατορία
•
- η εξουσία του αυτοκράτορα Βικιλεξικό
- κράτος ή σύνολο κρατών τα οποία υπάγονται στην εξουσία ενός αυτοκράτορα Βικιλεξικό
- ελληνική αυτοκρατορία, κινέζικη αυτοκρατορία, ρωμαϊκή αυτοκρατορία
- μεταφορικάπολύ μεγάλη οικονομική επιχείρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκρατορία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὐτοκρατορία < αὐτοκράτωρ : για τα κράτη αυτοκρατορίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική empire : για την οικονομική επιχείρηση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική empire
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκρατορία | αυτοκρατορίες |
| Γενική | αυτοκρατορίας | αυτοκρατοριών |
| Αιτιατική | αυτοκρατορία | αυτοκρατορίες |
| Κλητική | αυτοκρατορία | αυτοκρατορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →