Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκρατορία

/a.fto.kɾa.toˈɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εξουσία του αυτοκράτορα Βικιλεξικό
  2. κράτος ή σύνολο κρατών τα οποία υπάγονται στην εξουσία ενός αυτοκράτορα Βικιλεξικό
    • ελληνική αυτοκρατορία, κινέζικη αυτοκρατορία, ρωμαϊκή αυτοκρατορία
  3. μεταφορικάπολύ μεγάλη οικονομική επιχείρηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκρατορία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὐτοκρατορία < αὐτοκράτωρ : για τα κράτη αυτοκρατορίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική empire : για την οικονομική επιχείρηση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική empire

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοκρατορίααυτοκρατορίες
Γενικήαυτοκρατορίαςαυτοκρατοριών
Αιτιατικήαυτοκρατορίααυτοκρατορίες
Κλητικήαυτοκρατορίααυτοκρατορίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →