αυτοκτονικός
•
- που έχει σχέση με την αυτοκτονία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Ο λόγος για τον αυτοκτονικό μονόλογο του Αίαντα στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, που ζήλεψε ο Αλεξανδρινός^([ο Καβάφης, ποίημα]) τον τελευταίο του στίχο (Τα δ’ άλλα εν Αδου τοις κάτω μυθήσομαι)^([Σοφοκλής, Αίας, 865]), επιγράφοντας μ’ αυτόν το οψιμότερο αρχαιόθεμο ποίημά του^([ποίημα]), χρονολογημένο τον Φεβρουάριο του 1913.
- προφορικόπου έχει τάση για αυτοκτονία Βικιλεξικό
- είναι αυτοκτονικός τύπος → χρειάζεται παράθεμα
Ετυμολογία
αυτοκτονικός (νεολογισμός) < αυτοκτον(ία) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική suicidal
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκτονικός | αυτοκτονική | αυτοκτονικό |
| Γενική | αυτοκτονικού | αυτοκτονικής | αυτοκτονικού |
| Αιτιατική | αυτοκτονικό | αυτοκτονική | αυτοκτονικό |
| Κλητική | αυτοκτονικέ | αυτοκτονική | αυτοκτονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκτονικοί | αυτοκτονικές | αυτοκτονικά |
| Γενική | αυτοκτονικών | αυτοκτονικών | αυτοκτονικών |
| Αιτιατική | αυτοκτονικούς | αυτοκτονικές | αυτοκτονικά |
| Κλητική | αυτοκτονικοί | αυτοκτονικές | αυτοκτονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →