αυτοπεριορίζομαι
•
- θέτω εκούσια περιορισμούς στον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοπεριορίζομαι < αυτο- + περιορίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοπεριορίζομαι | αυτοπεριορίζεσαι | αυτοπεριορίζεται | αυτοπεριοριζόμαστε | αυτοπεριορίζεστε | αυτοπεριορίζονται |
| Παρατατικός | αυτοπεριοριζόμουν / αυτοπεριοριζόμουνα | αυτοπεριοριζόσουν / αυτοπεριοριζόσουνα | αυτοπεριοριζόταν / αυτοπεριοριζότανε | αυτοπεριοριζόμασταν / αυτοπεριοριζόμαστε | αυτοπεριοριζόσασταν / αυτοπεριοριζόσαστε | αυτοπεριορίζονταν / αυτοπεριοριζόντουσαν |
| Αόριστος | αυτοπεριορίστηκα | αυτοπεριορίστηκες | αυτοπεριορίστηκε | αυτοπεριοριστήκαμε | αυτοπεριοριστήκατε | αυτοπεριορίστηκαν / αυτοπεριοριστήκαν / αυτοπεριοριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοπεριορίζομαι / θα αυτοπεριοριστώ | θα αυτοπεριορίζεσαι / θα αυτοπεριοριστείς | θα αυτοπεριορίζεται / θα αυτοπεριοριστεί | θα αυτοπεριοριζόμαστε / θα αυτοπεριοριστούμε | θα αυτοπεριορίζεστε / θα αυτοπεριοριστείτε | θα αυτοπεριορίζονται / θα αυτοπεριοριστούν / θα αυτοπεριοριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοπεριοριστεί | έχεις αυτοπεριοριστεί | έχει αυτοπεριοριστεί | έχουμε αυτοπεριοριστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοπεριοριστεί | είχες αυτοπεριοριστεί | είχε αυτοπεριοριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοπεριοριστεί / να αυτοπεριορίζομαι / να αυτοπεριοριστώ | να έχεις αυτοπεριοριστεί / να αυτοπεριορίζεσαι / να αυτοπεριοριστείς | να έχει αυτοπεριοριστεί / να αυτοπεριορίζεται / να αυτοπεριοριστεί | να έχουμε αυτοπεριοριστεί / να αυτοπεριοριζόμαστε / να αυτοπεριοριστούμε | να αυτοπεριορίζεστε / να αυτοπεριοριστείτε | να αυτοπεριορίζονται / να αυτοπεριοριστούν / να αυτοπεριοριστούνε |
| Προστακτική | — | αυτοπεριορίσου | — | — | αυτοπεριορίζεστε / αυτοπεριοριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →