Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοπεριορίζομαι

/a.fto.pe.ɾi.oˈɾi.zo.me/ρήμα
•
  1. θέτω εκούσια περιορισμούς στον εαυτό μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοπεριορίζομαι < αυτο- + περιορίζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοπεριορίζομαιαυτοπεριορίζεσαιαυτοπεριορίζεταιαυτοπεριοριζόμαστεαυτοπεριορίζεστεαυτοπεριορίζονται
Παρατατικόςαυτοπεριοριζόμουν / αυτοπεριοριζόμουνααυτοπεριοριζόσουν / αυτοπεριοριζόσουνααυτοπεριοριζόταν / αυτοπεριοριζότανεαυτοπεριοριζόμασταν / αυτοπεριοριζόμαστεαυτοπεριοριζόσασταν / αυτοπεριοριζόσαστεαυτοπεριορίζονταν / αυτοπεριοριζόντουσαν
Αόριστοςαυτοπεριορίστηκααυτοπεριορίστηκεςαυτοπεριορίστηκεαυτοπεριοριστήκαμεαυτοπεριοριστήκατεαυτοπεριορίστηκαν / αυτοπεριοριστήκαν / αυτοπεριοριστήκανε
Μέλλονταςθα αυτοπεριορίζομαι / θα αυτοπεριοριστώθα αυτοπεριορίζεσαι / θα αυτοπεριοριστείςθα αυτοπεριορίζεται / θα αυτοπεριοριστείθα αυτοπεριοριζόμαστε / θα αυτοπεριοριστούμεθα αυτοπεριορίζεστε / θα αυτοπεριοριστείτεθα αυτοπεριορίζονται / θα αυτοπεριοριστούν / θα αυτοπεριοριστούνε
Παρακείμενοςέχω αυτοπεριοριστείέχεις αυτοπεριοριστείέχει αυτοπεριοριστείέχουμε αυτοπεριοριστεί——
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοπεριοριστείείχες αυτοπεριοριστείείχε αυτοπεριοριστεί———
Υποτακτικήνα έχω αυτοπεριοριστεί / να αυτοπεριορίζομαι / να αυτοπεριοριστώνα έχεις αυτοπεριοριστεί / να αυτοπεριορίζεσαι / να αυτοπεριοριστείςνα έχει αυτοπεριοριστεί / να αυτοπεριορίζεται / να αυτοπεριοριστείνα έχουμε αυτοπεριοριστεί / να αυτοπεριοριζόμαστε / να αυτοπεριοριστούμενα αυτοπεριορίζεστε / να αυτοπεριοριστείτενα αυτοπεριορίζονται / να αυτοπεριοριστούν / να αυτοπεριοριστούνε
Προστακτική—αυτοπεριορίσου——αυτοπεριορίζεστε / αυτοπεριοριστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →