αυτοπεριοριστικός
•
- που έχει σχέση με τον αυτοπεριορισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή οδηγεί σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοπεριοριστικός < αυτο- + περιοριστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοπεριοριστικός | αυτοπεριοριστική | αυτοπεριοριστικό |
| Γενική | αυτοπεριοριστικού | αυτοπεριοριστικής | αυτοπεριοριστικού |
| Αιτιατική | αυτοπεριοριστικό | αυτοπεριοριστική | αυτοπεριοριστικό |
| Κλητική | αυτοπεριοριστικέ | αυτοπεριοριστική | αυτοπεριοριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοπεριοριστικοί | αυτοπεριοριστικές | αυτοπεριοριστικά |
| Γενική | αυτοπεριοριστικών | αυτοπεριοριστικών | αυτοπεριοριστικών |
| Αιτιατική | αυτοπεριοριστικούς | αυτοπεριοριστικές | αυτοπεριοριστικά |
| Κλητική | αυτοπεριοριστικοί | αυτοπεριοριστικές | αυτοπεριοριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →