Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοπεριοριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αυτοπεριορισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή οδηγεί σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοπεριοριστικός < αυτο- + περιοριστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοπεριοριστικόςαυτοπεριοριστικήαυτοπεριοριστικό
Γενικήαυτοπεριοριστικούαυτοπεριοριστικήςαυτοπεριοριστικού
Αιτιατικήαυτοπεριοριστικόαυτοπεριοριστικήαυτοπεριοριστικό
Κλητικήαυτοπεριοριστικέαυτοπεριοριστικήαυτοπεριοριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοπεριοριστικοίαυτοπεριοριστικέςαυτοπεριοριστικά
Γενικήαυτοπεριοριστικώναυτοπεριοριστικώναυτοπεριοριστικών
Αιτιατικήαυτοπεριοριστικούςαυτοπεριοριστικέςαυτοπεριοριστικά
Κλητικήαυτοπεριοριστικοίαυτοπεριοριστικέςαυτοπεριοριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →